Σχολική αποτυχία

Φταίνε οι μαθητές ή το σχολείο;

Με το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς οι αναπόφευκτοι απολογισμοί των προηγούμενων έφεραν στο προσκήνιο το πρόβλημα της «σχολικής αποτυχίας». Ένα πρόβλημα που  παρά τις όποιες εκτιμήσεις, προβλέψεις ή εξαγγελίες των αρμοδίων, βιώνεται με οδυνηρό τρόπο από μεγάλο αριθμό παιδιών, εφήβων και νέων ανθρώπων αλλά και από τις οικογένειές τους.

Με τον όρο αυτό περιγράφεται η αδυναμία του παιδιού να ανταποκριθεί στους στόχους που του βάζει το σχολείο. Εκφράζεται με τις χαμηλές επιδόσεις (χαμηλούς βαθμούς στα μαθήματα), με την απόρριψη και επανάληψη των προαγωγικών εξετάσεων, την απόρριψη και επανεγγραφή στην ίδια τάξη και συχνά με την εγκατάλειψη του σχολείου – μαθητική διαρροή.

Ποιοι είναι όμως οι στόχοι που βάζει το σημερινό σχολείο; Πόσο είναι εναρμονισμένοι με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του παιδιού σε κάθε στάδιο της ανάπτυξής του;

 

Η ομαλή ψυχική ανάπτυξη του παιδιού περνάει μέσα από την ομαλή μετάβαση από το κάθε στάδιο ωρίμανσης και γίνεται ακριβώς όταν κατακτάει τις πρακτικές τεχνικές δυνατότητες που του επιτρέπουν να αντιμετωπίζει τα κίνητρα – στόχους που μπαίνουν κάθε φορά και στο βαθμό που συνεχίζει να τις αναπτύσσει ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει καινούρια ποσοτικά και ποιοτικά ανώτερα. Άρα η κινητήρια δύναμη είναι επιτυχίες και νέες προκλήσεις.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση καθοριστικός είναι ο ρόλος του σχολείου. Ένα σχολείο επομένως, προσανατολισμένο στις πραγματικές λαϊκές ανάγκες πρέπει να έχει στόχο του την ολόπλευρη και αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας κάθε παιδιού.  Να εφοδιάζει το μαθητή με αξίες, γνώσεις, ικανότητες και στάσεις ζωής ώστε μπορεί μέσα από την κατανόηση του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος να  λειτουργεί συλλογικά και να συμβάλει στην αλλαγή του κόσμου προς όφελος του λαού. Αυτό βέβαια μπορεί να γίνει μόνο με την καλλιέργεια και την ανάπτυξη όλων των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων, μέσα σε ένα περιβάλλον που θα καλλιεργεί τον αλληλοσεβασμό και τη συνεργασία, που θα βάζει τους κατάλληλους σε κάθε στάδιο στόχους και όρια, που θα επιβραβεύει τις επιτυχίες και θα ενθαρρύνει για την αντιμετώπιση των δυσκολιών. Που θα διαπνέεται από τη χαρά της γνώσεις και της δημιουργίας και θα δίνει έτσι τα κίνητρα και την απαραίτητη υποστήριξη σε όλα τα παιδιά να ανταποκριθούν στους στόχους του σχολείου. Η επιλογή του επαγγέλματος και η  αντίστοιχη εκπαίδευση, επαγγελματική ή επιστημονική, μπορεί να γίνει μόνο μετά την ενηλικίωση οπότε ο νέος έχει κατακτήσει το απαιτούμενο επίπεδο ωριμότητας. 

Το σημερινό σχολείο όμως άλλους στόχους έχει. Με το περιεχόμενο τη δομή και τη λειτουργία του αξιοποιεί και αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες.

Ανεπαρκές δίκτυο δημόσιων Νηπιαγωγείων για την προσχολική αγωγή.

Μετεξέλιξη, στην καλλίτερη περίπτωση, του Δημοτικού σχολείου σε Ολοήμερο που αντί να απαντάει στις σύγχρονες κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών των εργαζομένων, λειτουργεί σαν μια φθηνή λύση φύλαξης των παιδιών. Χωρίς το παιδαγωγικά κατάλληλο πρόγραμμα σπουδών, την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και στελέχωση, παραδίνει τους μικρούς μαθητές στην οικογένειά τους εξουθενωμένους, για να συνεχίσουν, ανάλογα πάντα με τις δυνατότητες τις κάθε οικογένειας, τη μελέτη για την επόμενη ημέρα και τις εξωσχολικές δραστηριότητες: ξένες γλώσσες, γυμναστική, αθλητισμό, μουσική, αισθητική αγωγή, αφού όλα αυτά δεν καλύπτονται με επάρκεια από στο σχολείο.

Η στέρηση του  ελεύθερου χρόνου για ανάπαυση, παιχνίδι και αναψυχή από τόσο μικρή ηλικία, πολύ γρήγορα κάνει για τα παιδιά το σχολείο έναν απωθητικό χώρο και την εκπαίδευση μια κοπιαστική και επίπονη διαδικασία απογυμνωμένη από τη χαρά της γνώσης και της δημιουργίας.

Μετά από το Δημοτικό έχοντας ήδη τη σφραγίδα του «καλού» ή του «κακού» μαθητή να τους ακολουθεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ίδιους και για τον σχολικό και κοινωνικό τους περιβάλλον, οι μαθητές καλούνται να αλλάξουν σχολικό περιβάλλον μέσα στην ίδια βαθμίδα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Πιο άλλο σκοπό μπορεί να εξυπηρετεί αυτή η αλλαγή από το να προσθέσει καινούργιες δυσκολίες σε όλους και να εξωθήσει τους πιο αδύναμους που προέρχονται από οικογένειες με οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα να εγκαταλείψουν το σχολείο;

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:·        

Έρευνα που παρουσίασε  την άνοιξη του 2008 το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, υπολογίζει τη μαθητική διαρροή στο γυμνάσιο στο 6,51%. Ποσοστό που αμφισβητείται από πολλούς επιστήμονες – ερευνητές, οι οποίοι υπολογίζουν ποσοστά έως και τριπλάσια από αυτά της έρευνας.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παίδων και Ενηλίκων «Το 10% του μαθητικού πληθυσμού παρουσιάζει δυσκολίες στην μαθησιακή διαδικασία και αν προστεθούν παρεμφερή συμπτώματα το ποσοστό αυτό μπορεί να φτάσει και το 15%...»

Οι βαθιές ρίζες της σχολικής αποτυχίας βρίσκονται στην ταξική διάρθρωση της κοινωνίας που κληροδοτεί στους μικρούς μαθητές από την αρχή της σχολικής τους ζωής με τα προνόμια ή τις δυσκολίες που προέρχονται από την οικονομικοκοινωνική θέση της οικογένειάς τους. 

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι ξεκινάει από πλεονεκτική θέση το παιδί     

  • που η οικογένεια του προσφέρει ένα καλό βιοτικό επίπεδο και μπορεί να αφοσιωθεί απερίσπαστο χωρίς άγχος και ανασφάλεια στα νέα του καθήκοντα;
  • που μένει σε αστικό κέντρο, σε καλό προάστιο, σε μεγάλο σπίτι;
  • που έχει πλούσιες μορφωτικές – πολιτιστικές παραστάσεις;
  • που έχει πρόσβαση στο καλό βιβλίο και το καλό παιχνίδι;
  • που μπορεί να έχει βοήθεια στο διάβασμα από γονείς με καλό μορφωτικό επίπεδο ή από ιδιωτικούς δασκάλους; 

Οι διαφοροποιημένοι τύποι Λυκείου οριστικοποιούν το διαχωρισμό των μαθητών       

Μετά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης το ένα τέταρτο περίπου των μαθητών εγκαταλείπει την γενική μόρφωση και κατευθύνεται στην πρόωρη επιλογή επαγγέλματος μέσα από την αμφίβολης ποιότητας κατάρτιση των ΕΠΑΛ – ΕΠΑΣ.

Η μαθητική διαρροή εδώ υπολογίζεται από το Π.Ι σε 2,32% για Ενιαίο Λυκείου και 28,94% για την επαγγελματική εκπαίδευση.

Το Γενικό Λύκειο για όσους καταφέρουν να φτάσουν μέχρι εκεί, μαζί με το δεύτερο ακριβοπληρωμένο σχολείο των φροντιστηρίων, δεν δίνουν πολλά περιθώρια για επιτυχίες στους μαθητές που έχουν μαθησιακές δυσκολίες ή ελλείψεις στο γνωστικό επίπεδο από τις προηγούμενες βαθμίδες. Ακόμη δε περισσότερο που σε αυτές τις ηλικίες  η ψυχική - συναισθηματική ωρίμανση των παιδιών και των εφήβων δεν είναι ευθύγραμμη αλλά παρουσιάζει πολλές διακυμάνσεις  και διαφοροποιήσεις. Η πίεση από στόχους δύσκολους και αναντίστοιχους με το επίπεδο ωριμότητάς τους προκαλεί απρόβλεπτες και συχνά αντιφατικές αντιδράσεις.

Έτσι πολλοί νέοι υποχρεώνονται να ξεκινήσουν την ενήλικη ζωή τους φορτωμένοι με μια ακόμη «αποτυχία». Από το σύνολο των υποψηφίων για εισαγωγή στα Α.Ε.Ι – Τ.Ε.Ι. στις πανελλαδικές εξετάσεις του 2009,  βαθμολογήθηκε κάτω του 10, και δεν πέτυχε την εισαγωγή του σε κάποια σχολή το 33,03% .

Ενώ από τους υποψήφιους που πέτυχαν την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τέσσερεις στους πέντε μπήκαν σε σχολές που δεν προτιμούσαν.

Οι συνέπιες όμως δεν περιορίζονται μόνο στο επίπεδο της αποκτούμενης μόρφωσης. Έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη διαμόρφωση της προσωπικότητας.

Οι αποτυχίες τραυματίζουν τόσο την εικόνα που έχει ο μαθητής για τον εαυτό του όσο και την εικόνα που έχουν οι άλλοι γι’  αυτόν. Όταν μάλιστα τις χρεώνεται προσωπικά επειδή επικρατεί η άποψη ότι η κύρια αιτία τους είναι οι δική του ανικανότητα, τότε οι αποτυχίες μπορούν να παίξουν ανασταλτικό ρόλο στην ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας και να συμβάλουν τελικά στη διαμόρφωση νέων ανθρώπων με χαμηλή αυτοεκτίμηση, που είναι ευάλωτοι, αδύναμοι να αντιδράσουν στην αδικία, να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες και τις προκλήσεις. Μπορούν να οδηγηθούν σε περιθωριοποίηση ή ακόμα και σε παραβατικές συμπεριφορές.

Όμως αυτά δεν απέχουν πολύ από τις επιδιώξεις της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής. 

Τι έχουν να απαντήσουν σε όλα αυτά οι εκπαιδευτικές πολιτικές που ασκούνται στη χώρα μας;

Απόλυτα εναρμονισμένες με τις αντίστοιχες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν κύριο χαρακτηριστικό τους την εξατομίκευση του προβλήματος. Τη μεταφορά δηλαδή της ευθύνης στο άτομο, στο μαθητή συγκαλύπτοντας έτσι τις ευθύνες της πολιτείας και της κοινωνίας.

Η θεωρία που προβάλλεται υποστηρίζει ότι ορισμένοι νέοι είναι «πλασμένοι» για αφηρημένα γνωστικά αντικείμενα, έχουν δομή διανοούμενου και άλλοι έχουν μια γενετική προδιάθεση που τους οδηγεί σε χειρονακτικά επαγγέλματα.

Η σχολική αποτυχία χαρακτηρίζεται σαν φυσιολογικό γεγονός, καθώς, όπως ισχυρίζονται οι  μαθητές που «δεν παίρνουν τα γράμματα», δεν μπορούν από τη φύση τους να αποκτήσουν μια ποιοτική ολόπλευρη γενική μόρφωση.

Πρόκειται για την επαναφορά της γνωστής παλιάς  άποψης – ιδεολογίας περί «χαρισμάτων» και «έμφυτων ικανοτήτων», που στηρίζεται στη βιολογικοποίηση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του ανθρώπου, χωρίς ν’  αναγνωρίζει το ρόλο των οικονομικών - κοινωνικών παραγόντων και το ρόλο που μπορεί να παίξει το σχολείο στην ανάπτυξή τους.

 Έτσι προσπαθούν να αθωώσουν το σημερινό σχολείο και να συγκαλύψουν τους στόχους του που δεν είναι άλλοι από την προετοιμασία, μέσα σε ένα πιεστικό ανταγωνιστικό περιβάλλον, της νέας γενιάς της εργατικής τάξης. Χωρίς συστηματικά δομημένες γενικές γνώσεις και χωρίς τα θεμέλια μιας στέρεας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, εφοδιασμένη με γρήγορα αποκτημένες επιφανειακές δεξιότητες, που θα συμπληρώνονται ή θα αντικαθίστανται σε μια ατέλειωτη «δια βίου μάθηση»,  θα μπορεί να αποτελέσει φθηνό και υποταγμένο εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία του κεφαλαίου. 

Οι όποιες αποτυχίες των μαθητών, όπως άλλωστε και οι επιτυχίες τους, δεν είναι προσωπική υπόθεση των μαθητών και των οικογενειών τους ούτε όσο αφορά τις αιτίες τους ακόμη δε περισσότερο όσο αφορά τις συνέπειές τους. Αφορούν όλοι την κοινωνία γιατί αποτελούν  σημαντικό παράγοντα για την οικονομική κοινωνική ανάπτυξη της χώρας προς όφελος του λαού μας.

Όλοι εμείς οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές, οι εργαζόμενοι που συνειδητοποιούμε αυτή την αλήθεια δεν μπορούμε να δεχτούμε το μέλλον που οι ασκούμενες πολιτικές ετοιμάζουν για τα παιδιά μας μέσα από τη σημερινή βασανιστική πραγματικότητα.

Έχουμε χρέος να διεκδικήσουμε επιθετικά ένα άλλο σχολείο που θα εξυπηρετεί τις δικές μας ανάγκες που είναι ταυτόσημες με την ολόπλευρη και αρμονική ανάπτυξη όλων των παιδιών. 

Να αγωνιστούμε για την ίδρυση του Ενιαίου, Δωδεκάχρονου, Βασικού, Υποχρεωτικού σχολείου που θα παρέχει Βασική – Γενική Παιδεία, δωρεάν σε όλα τα παιδιά. Που θα μορφώνει και θα διαπαιδαγωγεί τα παιδιά ώστε να γίνουν ενεργοί πολίτες με την απόκτηση σφαιρικής, επιστημονικής γνώσεις του κόσμου, με ισόρροπη ανάπτυξη όλων των πλευρών της προσωπικότητάς τους.

Μια τέτοια αγωνιστική στάση είναι αυτή που θα διδάξει και τα παιδιά να μην παραιτούνται, να μην αποθαρρύνονται από τις δυσκολίες, τα εμπόδια και τις αποτυχίες αλλά να αγωνίζονται για να αποκτήσουν τη ζωή που τους ανήκει, κατακτώντας τη μόρφωση που τους αξίζει γιατί

  • Η μόρφωση δεν είναι απλά ζήτημα γνώσης, είναι ζήτημα ζωής.
  • Η γνώση είναι δύναμη.         

Μαρίνα Τσίγκα    

Εκπαιδευτικός, Μέλος της Γραμματείας της Ε.Ε. του ΕΣΥΝ